Από τους αρχαίους δήμους του Θουκυδίδη έως τη χρυσή εποχή της αεροπορίας: Η πολιτιστική γεωμετρία του παραλιακού μετώπου

Η ιστορία της πόλης «συνομιλεί» με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική σε έναν τόπο όπου αρχαία ευρήματα και τοπόσημα διεθνούς μοντερνισμού γίνονται οργανικό μέρος της καθημερινότητας. Με σεβασμό στη συλλογική μνήμη και τη βιώσιμη ανάπτυξη, το παρελθόν δημιουργικά μετασχηματίζεται στα υλικά που οικοδομούν την πόλη του αύριο.

Η περιοχή που εκτείνεται από τον Άλιμο έως τη Γλυφάδα υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πολιτισμικά παλίμψηστα της Αττικής. Στην αρχαιότητα, εδώ άκμασαν οι Δήμοι της Αιξωνής (γνωστός για τη γευστικότητα της αιξωνικής τρίγλης -το μπαρμπούνι, που αλιευόταν στη θάλασσά της, όπως και για τις πλούσιες γεωργικές καλλιέργειες) και του Αλιμούντος (σημαντικός θρησκευτικός τόπος λατρείας των Θεσμοφορίων και πατρίδα του ιστορικού Θουκυδίδη), όπου η αγροτική ζωή συναντούσε τη θάλασσα σε ένα τοπίο γεμάτο ιερά και αγορές.

Η ιστορική συνέχεια της περιοχής έκανε μία καθοριστική στροφή τον 20ό αιώνα, όταν το Ελληνικό μετατράπηκε από βοσκότοπο και γεωργική γη σε χώρο φιλοξενίας της ελληνικής αεροπορίας. Πολλές ανασκαφικές εκθέσεις και ιστορικά αρχεία μαρτυρούν πως κάτω από το τσιμέντο των αεροδιαδρόμων σημειώνεται μια αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία 5.000 ετών, από τους προϊστορικούς οικισμούς του Αγίου Κοσμά μέχρι τα βυζαντινά ξωκλήσια. Αυτή η γη των νότιων προαστίων πέρα από ένα προνομιακό οικόπεδο, αποτελεί έναν τόπο όπου η συλλογική μνήμη της μεταπολεμικής Ελλάδας, με τις εικόνες της Olympic Airways που οι παλαιότεροι εξ ημών έχουμε ακόμα έντονα στη μνήμη, συναντά τις κλασικές αρχαιότητες, δημιουργώντας μια μοναδική πολιτιστική ταυτότητα που ζητά έναν νέο κύκλο ζωής.

Η ανάδειξη αυτού του ιστορικού πλούτου αποτελεί σήμερα το θεμέλιο για τον επανασχεδιασμό της περιοχής, μια προσπάθεια να «συνομιλήσει» το χθες με το σήμερα και το αύριο. Μέσα από τη διατήρηση μνημείων και τη δημιουργία νέων δημόσιων χώρων, το παρελθόν παύει να είναι ένα απολιθωμένο έκθεμα και γίνεται οργανικό κομμάτι της σύγχρονης αστικής εμπειρίας.

Ποια κομμάτια του παρελθόντος θα έχει η πόλη του μέλλοντος;

Σε κάθε μεγάλο αστικό μετασχηματισμό, το κεντρικό διακύβευμα παραμένει το ίδιο: ποιο μέρος της ιστορικής μνήμης επιβιώνει μέσα στον εκσυγχρονισμό; Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν εξαντλείται στην αρχιτεκτονική ή τον αστικό σχεδιασμό, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη συνέχεια της ζωής μέσα στον αστικό ιστό.

Αν το μέλλον εκλαμβάνεται ως μια υπόσχεση, τότε το παρελθόν αποτελεί το απαραίτητο έδαφος πάνω στο οποίο η υπόσχεση αυτή μπορεί να σταθεί με αξιώσεις.

Για το mega-project που λαμβάνει χώρα στην περιοχή, η απάντηση αφορά στον λειτουργικό επαναπροσδιορισμό του χώρου, καθώς η νέα πόλη δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά αναπτύσσεται πάνω σε διαδοχικά ιστορικά στρώματα, εντάσσοντας μνημεία και τοπόσημα στην καθημερινή εμπειρία του πολίτη.

Το έδαφος της ανάπτυξης του εν λόγω επιβλητικού εγχειρήματος δεν υπήρξε ποτέ ένας «λευκός καμβάς». Για δεκαετίες, το αεροδρόμιο του Ελληνικού αποτέλεσε τον κεντρικό κόμβο της χώρας, έναν τόπο συνδεδεμένο με τη συλλογική μνήμη, τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις που καθόρισαν τη σύγχρονη Ελλάδα. Από αυτόν τον χώρο πέρασε ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της χώρας, αποτελώντας τον βασικό σύνδεσμο της πρωτεύουσας με τον υπόλοιπο κόσμο.

Το πρώην αεροδρόμιο της Αθήνας:

Ένα πεδίο συλλογικής μνήμης

Το πρώην αεροδρόμιο της Αθήνας:

Ένα πεδίο συλλογικής μνήμης

Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ανασκαφική έρευνα και τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι η ιστορία του τόπου εκτείνεται πολύ βαθύτερα. Κάτω από τους διαδρόμους προσγείωσης εντοπίστηκαν ίχνη αρχαίων οικισμών, οδικών αξόνων και ταφικών μνημείων, που μαρτυρούν μια συνεχή ανθρώπινη παρουσία αιώνων, πολύ πριν από τον σχεδιασμό του σύγχρονου χάρτη της πρωτεύουσας.

«Ο χρόνος στο Ελληνικό δεν ακολουθεί μια ευθεία πορεία. Απλώνεται σε στρώματα που συνυπάρχουν και συνομιλούν»

Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη αποτελεί τον πυρήνα της πολιτιστικής αφήγησης της νέας πόλης και μια συνειδητή στρατηγική επιλογή ώστε να ενσωματωθεί η πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά στο καθημερινό βίωμα των κατοίκων και των επισκεπτών.

Έτσι γεννιέται η ιδέα ενός πολιτιστικού περιπάτου μήκους 12 χιλιομέτρων, ο οποίος διατρέχει το σύνολο της ανάπτυξης και συνδέει δεκαπέντε συγκεκριμένα σημεία υψηλού πολιτιστικού και ιστορικού ενδιαφέροντος.

Ο πολιτιστικός αυτός περίπατος είναι μια διαδρομή που ενσωματώνεται πλήρως στον αστικό ιστό, στην άσκηση και στην καθημερινή μετακίνηση. Μια αφήγηση σε διαρκή κίνηση, που επιτρέπει στους ανθρώπους να περπατούν ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, να σταματούν, να παρατηρούν και να συνδέουν το χθες με το σήμερα.

Μία νέα διαδρομή στον χρόνο

Η διαδρομή ξεκινά από τμήματα κλασικού νεκροταφείου και αρχαίων δρόμων, με τα ταφικά μνημεία και τους αρχαίους οδικούς άξονες να λειτουργούν ως μια διαρκής υπενθύμιση ότι κάθε πόλη, όσο σύγχρονη κι αν είναι, οικοδομείται πάνω σε προηγούμενες ζωές.

Η συνέχεια δίνεται με το Αγγλικό Υπόστεγο, ευρύτερα γνωστό ως «Παγόδα», που αποτελεί ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό αποτύπωμα της νεότερης ιστορίας του αεροδρομίου, και τον Λόφο Χασάνι, ένα τοπόσημο που γεφυρώνει το φυσικό τοπίο με την ανθρώπινη παρουσία.

Στην πορεία της διαδρομής συναντά κανείς σημαντικά θρησκευτικά μνημεία, όπως τον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής και τον Ιερό Ναό των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, που υπενθυμίζουν τη διαχρονική παρουσία της πίστης και της κοινότητας στον συγκεκριμένο τόπο.

Παράλληλα, τα διατηρητέα υπόστεγα του πρώην αεροδρομίου (Υπόστεγο Α, Β και Γ) αφηγούνται την ιστορία της ελληνικής αεροπορίας, της τεχνολογικής προόδου και της μεταπολεμικής ανάπτυξης, έχοντας πλέον επανενταχθεί δημιουργικά σε ένα νέο αστικό περιβάλλον.

Ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαδρομή κατέχουν τα αμιγώς αρχαιολογικά σημεία όπως το Ταφικό Μνημείο Ελληνικού, το τμήμα του αρχαίου λατομείου, το αρχαίο οικοδόμημα με τον παρακείμενο δρόμο και ο προϊστορικός οικισμός στο ακρωτήρι του Αγίου Κοσμά. Πρόκειται για στάσεις που υπογραμμίζουν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα στην περιοχή εκτείνεται σε βάθος χιλιετιών, με την παρουσία τους να αποτελεί οργανικό μέρος μιας ενιαίας πολιτιστικής εμπειρίας.

 

Η διαδρομή ολοκληρώνεται στην περιοχή του κτηρίου της Εφορείας Πειραιώς και Νήσων, μια στάση που αναδεικνύει τη σημασία της θεσμικής φροντίδας και της επιστημονικής γνώσης στη διαχείριση της κληρονομιάς μας. Όλα αυτά τα σημεία συνθέτουν ένα πολιτιστικό τοπίο που δημιουργικά βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το παρόν και το μέλλον.

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα ιστορικά στρώματα, δεσπόζει ένα αρχιτεκτονικό έργο μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα: το κτήριο του πρώην Ανατολικού Αερολιμένα, σχεδιασμένο από τον εμβληματικό Φινλανδό αρχιτέκτονα Eero Saarinen. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα που συνδυάζει το πνεύμα του διεθνούς μοντερνισμού με μια βαθιά αίσθηση του τόπου. Για δεκαετίες αποτέλεσε την κεντρική πύλη εισόδου στην Αθήνα, το πρώτο και το τελευταίο βλέμμα εκατομμυρίων ταξιδιωτών προς την πόλη.

Σχεδιασμένο το 1960 από έναν από τους επιδραστικότερους αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, το κτήριο εντάσσεται στην παγκόσμια τριλογία των αεροδρομίων που οραματίστηκε ο Saarinen.

Παρά το γεγονός ότι μεταγενέστερες επεμβάσεις αλλοίωσαν την αρχική του μορφή, ο πυρήνας της αρχιτεκτονικής του ταυτότητας παρέμεινε ζωντανός. 

Σήμερα, η αποκατάστασή του που ξεπερνάει το έργο μιας απλής πράξη συντήρησης, εμφανίζεται ως μια μοναδική ευκαιρία να αποκαλυφθεί ξανά ένα «κρυμμένο» στολίδι του διεθνούς μοντερνισμού.

 «Στο Ελληνικό, το κτήριο Saarinen αποκτά μια δεύτερη ζωή. Μετατρέπεται σε πολιτιστικό κέντρο, σε έναν ζωντανό πυρήνα τέχνης, εκθέσεων και δημόσιων δράσεων»

Ένα μέρος του κτηρίου θα φιλοξενεί ένα σύγχρονο Μουσείο Τέχνης, ενώ οι περιβάλλοντες κήποι και οι ανοιχτοί χώροι επανασχεδιάζονται για να λειτουργούν ως φυσική προέκταση της πολιτιστικής εμπειρίας. 

Στόχος είναι το κτήριο να επανενταχθεί δυναμικά στην καθημερινότητα της πόλης, ως ένα τοπόσημο διεθνούς ακτινοβολίας και σταθερό σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη ταυτότητα της Αθήνας. 

Με τι υλικά χτίζεται μία νέα πόλη;

Η έννοια της συνέχειας, ωστόσο, υπερβαίνει τα μνημεία και τα κτήρια καθώς εκφράζεται έμπρακτα και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το υλικό του παρελθόντος μετασχηματίζεται για να υπηρετήσει τις ανάγκες του παρόντος και του μέλλοντος.

Στο έργο του Ελληνικού, η επαναχρησιμοποίηση υλικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή βιωσιμότητας και πολιτιστικής συνείδησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη χρήση υλικών από τον πυθμένα της Ολυμπιακής εγκατάστασης Canoe-Kayak, τα οποία αξιοποιούνται για τη δημιουργία της νέας λίμνης.

Παράλληλα, προϊόντα εκσκαφών και θραύσης πλακών επανεντάσσονται στις κατασκευαστικές εργασίες, ενώ πλάκες από τον παλιό αεροδιάδρομο μετατρέπονται σε μέρη ενός νέου, επιβλητικού γλυπτού στην καρδιά του Πάρκου.

Σημειώνεται ότι πάνω από το 95% των υλικών εκσκαφής και κατεδάφισης επαναχρησιμοποιούνται, αναδεικνύοντας αφενός μια περιβαλλοντική επιτυχία και αφετέρου μια βαθιά συμβολική πράξη που ενισχύει την αφήγηση της πόλης:

Τίποτα δεν χάνεται, όλα μετασχηματίζονται.

Το παρελθόν δεν απορρίπτεται, αλλά επανανοηματοδοτείται 

Φανταστείτε λοιπόν μια βόλτα σε αυτή τη νέα πόλη. Να ξεκινάτε τον περίπατο από ένα αρχαίο ταφικό μνημείο και να φτάνετε σε ένα εμβληματικό κτήριο του 20ού αιώνα. Φανταστείτε οικογένειες, παρέες, επισκέπτες όλων των ηλικιών να συνυπάρχουν αρμονικά σε έναν περιβάλλον που τους χωράει όλους και τους κάνει συμμέτοχους μίας μακράς ιστορίας.

Κάπως έτσι, το έργο του Ελληνικού απαντά στο αρχικό ερώτημα:

ποια κομμάτια του παρελθόντος θα έχει η πόλη του μέλλοντος;

Το έργο προσεγγίζει αυτό το ζήτημα της αστικής συνέχειας ενσωματώνοντας οργανικά την ιστορία στη λειτουργικότητα. Το τελικό αποτέλεσμα φιλοδοξεί να είναι μια πόλη με «ρίζες», όπου η προϊστορία, η κλασική αρχαιότητα και ο μοντερνισμός του 20ού αιώνα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής και της σύγχρονης πολιτιστικής ταυτότητας της Αθήνας.