ΤΑ ΠΑΡΚΑ
ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ
ΧΙΛΙΕΤΊΑΣ
Τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα του κόσμου, ανάμεσά τους και η Αθήνα, γυρίζουν σελίδα, νοηματοδοτώντας εκ νέου τον δημόσιο χώρο.
Σε μια εποχή σύνθετων κλιματικών προκλήσεων, τα νέα πάρκα μετατρέπονται σε ζωντανούς, ανθεκτικούς οργανισμούς που επαναπροσδιορίζουν ριζικά τη σχέση του σύγχρονου κατοίκου με την πόλη.
Από τον Κώστα Μπουρούση
Υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή κάθε καλοκαίρι που οι ευρωπαϊκές μητροπόλεις συνειδητοποιούν με τον πιο σκληρό, δηλαδή τον βιωματικό, τρόπο τα όριά τους. Ειδικά φέτος η στιγμή αυτή ήρθε από το ξεκίνημα κιόλας του θέρους. Το περίφημο φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, με τον θερμό αέρα να εγκλωβίζεται ανάμεσα στα κτίρια και την άσφαλτο να αντανακλά τη θερμότητα μέχρι αργά το βράδυ, οι πόλεις γίνονται ένας κλειστός, αποπνικτικός και αφόρητος θάλαμος.
Πώς οι μητροπόλεις αφήνουν πίσω τους το σύνδρομο του «διακοσμητικού πάρκου» και μαθαίνουν να αναπνέουν ξανά.
Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ
MEGA-PARKS
Σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες, η αξία ενός πάρκου παύει να μετριέται με όρους αισθητικής. Ούτε τα περίτεχνα παρτέρια, ούτε τα πολύχρωμα φυτά, ούτε τα συμμετρικά μονοπάτια έχουν σημασία. Εκείνο που αναζητεί ο πολίτης των σύγχρονων μητροπόλεων είναι, κατά κυριολεξία, οξυγόνο, σκιά και έναν αποτελεσματικό τρόπο μείωσης της θερμοκρασίας. Δύο ή τρεις βαθμοί Κελσίου μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Για δεκαετίες, η αντίληψή μας για το αστικό πράσινο ήταν μάλλον ρομαντική και, ίσως, ελαφρώς αφελής. Αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη των ιστορικών ευρωπαϊκών πάρκων, θα διαπιστώσει ότι τα περισσότερα γεννήθηκαν ως χώροι αναψυχής των ελίτ ή ως μέσα ώστε η καθεστηκυία τάξη κάθε εποχής να ακονίζει το μεγαλείο και τη φιλαυτία της. Το εμβληματικό Hyde Park στο Λονδίνο ή το αχανές Bois de Boulogne στο Παρίσι ξεκίνησαν ως βασιλικά κυνηγετικά πεδία, προτού παραχωρηθούν στον λαό.
Σήμερα, η Ευρώπη έχει γυρίσει οριστικά σελίδα σε μια λογική θελκτική μεν, ταιριαστή όμως πια μόνο σε πονήματα ρομαντικής λογοτεχνίας. Η αστικοποίηση, σε συνδυασμό με την κεκτημένη ταχύτητα της κλιματικής κρίσης, επέβαλαν ένα εντελώς νέο αφήγημα στον αστικό σχεδιασμό. Τα πάρκα δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως πολυτελή διακοσμητικά στοιχεία ή απλώς ως «πνεύμονες πρασίνου» κατά το κλισέ, αλλά ως κρίσιμες υποδομές καθημερινής άμυνας, ενσωματωμένες στον πυρήνα της λειτουργίας μιας σύγχρονης πόλης. Η φιλοσοφία των περίτεχνων κήπων αναψυχής έχει δώσει τη θέση της στη λογική των αποκαλούμενων mega-parks – τεράστιων και ανθεκτικών τοπικών οικοσυστημάτων που καλούνται να λύσουν επιτακτικά προβλήματα του αληθινού κόσμου.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ ΣΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΠΑΡΚΑ
Ηταν όλοι τους χώροι «παθητικού» πρασίνου:
Να λειτουργήσουν ως φυσικά σφουγγάρια που απορροφούν τα νερά των ραγδαίων βροχοπτώσεων, να μειώσουν δραστικά την τοπική θερμοκρασία, να προστατεύσουν τη βιοποικιλότητα και, ταυτόχρονα, να προσφέρουν διέξοδο ευεξίας και αναψυχής σε εκατομμύρια πολίτες. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα mega-parks «γεννιούνται» σε κάποιες περιπτώσεις σε περιοχές σημαδεμένες από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνεπώς επιβαρυμένες περιβαλλοντικά, αποδεικνύοντας με τον πιο ανάγλυφο τρόπο ότι ποτέ δεν είναι αργά ώστε η φύση να ανακαταλάβει τον χαμένο χώρο.
τοποθεσίες για κυριακάτικους περιπάτους, κήποι με κλειστές γεωμετρίες, τεχνητές λίμνες για βαρκάδες και άφθονο γκαζόν που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες νερού για να διατηρηθεί.
Το περίφημο Parque del Buen Retiro στη Μαδρίτη σχεδιάστηκε τον 17ο αιώνα ως ο ιδιωτικός κήπος αναψυχής των ισπανών γαλαζοαίματων.
Ισως το πιο ριζοσπαστικό και ενδιαφέρον πείραμα στην Ευρώπη – και αυτό που φέρει τις πιο προφανείς ιστορικές αναλογίες με την πραγματικότητα της Ελλάδας – βρίσκεται στη γερμανική πρωτεύουσα. Το Tempelhofer Feld δεν έχει τίποτα κοινό με ένα συνηθισμένο πάρκο. Αποκρυσταλλώνει την έννοια της αποθέωσης της ελευθερίας.
Οταν το ιστορικό αεροδρόμιο του (Δυτικού) Βερολίνου διέκοψε οριστικά τη λειτουργία του το 2008, αντί της εμπορικής εκμετάλλευσης του χώρου, οι Βερολινέζοι, μέσα από έντονες ζυμώσεις και ένα ιστορικό δημοψήφισμα τo 2014, αποφάσισαν να κρατήσουν το μεγαλύτερο μέρος του αχανούς τόπου άδειο.
ΒΕΡΟΛΙΝΟ: Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ
ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ
Εδώ δεν θα βρει κανείς πυκνά δάση, βοτανικές εκτάσεις ή τεχνητά λοφάκια. Οι τσιμεντένιοι διάδρομοι προσγείωσης και απογείωσης μετατράπηκαν σε πίστα για ποδηλάτες, skaters και wind skaters που εκμεταλλεύονται τα ρεύματα του αέρα. Στα ενδιάμεσα τμήματα με το γρασίδι, στήθηκαν ζώνες urban gardening, όπου οι κάτοικοι καλλιεργούν τα δικά τους λαχανικά, ενώ τεράστιες επιφάνειες αφέθηκαν σκόπιμα στη δικαιοδοσία της άγριας χλωρίδας και πανίδας, προσφέροντας καταφύγιο σε απειλούμενα είδη πουλιών.
Το Tempelhofer Feld αποτελεί το απόλυτο case study της ελάχιστης παρέμβασης. Απέδειξε ότι ένα σύγχρονο mega-park δεν χρειάζεται να είναι υπερσχεδιασμένο για να λειτουργήσει.
Η επιτυχία του έγκειται ακριβώς στην προσφορά ελεύθερου, αδιαμόρφωτου χώρου σε μια πόλη που διαρκώς πυκνώνει πληθυσμιακά. Το πάρκο δεν υπαγόρευσε σε κανέναν πώς θα το χρησιμοποιήσει. Προσαρμόστηκε στις ανάγκες της γερμανικής πρωτεύουσας και των κατοίκων της.
Ηδη από το 2010, μια έκταση 3.800 στρεμμάτων είχε παραδοθεί στους πολίτες σχεδόν ανέπαφη.
Αν το Βερολίνο είναι η επιτομή της επανάχρησης του χώρου σε μια μάλλον ακατέργαστη μορφή του, το Λονδίνο έγινε το πρότυπο για τον τρόπο που η περιβαλλοντική επιστήμη μπορεί να επουλώσει και να αναστρέψει τις πληγές της βιομηχανικής ρύπανσης. Το Queen Elizabeth Olympic Park, αν και δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, σχεδιάστηκε από τις απαρχές του με το βλέμμα στραμμένο στην «επόμενη μέρα».
ΛΟΝΔΙΝΟ: Η TEXNH THΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΠΟYΛΩΣΗΣ
Το χώμα ήταν μολυσμένο με βαρέα μέταλλα και χημικά, ενώ τα υδάτινα δίκτυα της περιοχής θύμιζαν οχετούς. Η δημιουργία του πάρκου υπήρξε, πριν απ’ όλα, μια κολοσσιαία επιχείρηση απορρύπανσης. Οι αρχιτέκτονες τοπίου και οι περιβαλλοντολόγοι καθάρισαν εκατομμύρια κυβικά μέτρα χώματος επί τόπου, ενώ το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα ήταν η αποκατάσταση του υδροφόρου ορίζοντα. Ο σχεδιασμός εστίασε στη δημιουργία τεχνητών υγροτόπων και φυσικών λεκανών απορροής, μετατρέποντας το πάρκο σε έναν ρυθμιστή που προστατεύει τον αστικό ιστό από τις συχνές πλημμύρες του ποταμού Τάμεση.
Η περιοχή του Στράτφορντ στο Ανατολικό Λονδίνο ήταν για δεκαετίες ένας βιομηχανικός σκουπιδότοπος.
Σήμερα, το Queen Elizabeth Olympic Park σφύζει από ζωή ως ένα έξυπνο υβρίδιο δημόσιου χώρου όπου οι παγκόσμιας κλάσης αθλητικές εγκαταστάσεις – πλέον ανοιχτές στο κοινό – συνυπάρχουν αρμονικά με την αναγεννημένη άγρια φύση. Η επισκεψιμότητά του καταρρίπτει διαρκώς ρεκόρ, αποδεικνύοντας ότι ένα mega-park μπορεί να γίνει ταυτόχρονα οικολογικό καταφύγιο αλλά και μοχλός οικονομικής ανάπτυξης, δίνοντας υπεραξία σε μια άλλοτε καταδικασμένη περιοχή.
Η Αθήνα, μια πόλη ιστορικά ταλαιπωρημένη από την έλλειψη ελεύθερων, πράσινων χώρων και παραδομένη τα τελευταία χρόνια στους καύσωνες διαρκείας, ετοιμάζεται – επιτέλους – να υποδεχθεί το πρώτο δικό της mega-park. Το The Ellinikon Park δεν είναι απλώς ένα πάρκο που φτιάχνεται στη θέση ενός πρώην αεροδρομίου. Είναι ένα πραγματικό ορόσημο για την καθημερινή ζωή αλλά και την ιστορία της πρωτεύουσας.
Αλλωστε, από μόνη της η κλίμακα του εγχειρήματος είναι υπερ-τοπική. Με έκταση που θα αγγίξει τα 2.000 στρέμματα, το πάρκο του Ελληνικού σχεδιάζεται να γίνει μεγαλύτερο από το ιστορικό Hyde Park του Λονδίνου, διεκδικώντας ταυτόχρονα έναν μοναδικό τίτλο: αυτόν του μεγαλύτερου παράκτιου αστικού πάρκου στην Ευρώπη. Η γειτνίαση με το θαλάσσιο μέτωπο του Σαρωνικού τού προσδίδει ένα ακόμα ασυναγώνιστο πλεονέκτημα,
Η ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΑΣΠΙΔΑ:
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
Ο λόγος είναι απλός. Θα μπορούσε κανείς να αντιγράψει και να προσπαθήσει να ενσωματώσει τη λογική των πάρκων της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης. Ομως ένα τέτοιο πάρκο θα ήταν από τη σύλληψή του αποτυχημένο, λόγω του θερμού και άνυδρου αττικού καλοκαιριού. Το στοίχημα που καλείται να κερδίσει ο κεντρικός σχεδιασμός είναι η δημιουργία ενός αυθεντικά μεσογειακού οικοσυστήματος. Ενός τοπίου που θα σέβεται τους λιγοστούς υδάτινους πόρους, θα είναι ανθεκτικό στις ακραίες θερμοκρασίες και, το κυριότερο, θα μετατρέψει εκατομμύρια κυβικά μέτρα τσιμέντου σε ένα ζωντανό πάρκο ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.
Η Ευρώπη έχει ήδη δείξει τον δρόμο. Τα mega-parks είναι πλέον το πιο ισχυρό όπλο στη φαρέτρα μιας πόλης για να διασφαλίσει τη βιωσιμότητά της. Το πώς η Ελλάδα μεταφράζει αυτή τη διεθνή τεχνογνωσία στο πεδίο της Αθηναϊκής Ριβιέρας, δεν συνιστά απλώς ένα φιλόδοξο πολεοδομικό στοίχημα. Είναι μάλλον ένα εγχειρίδιο επιβίωσης σε μια σύγχρονη μεσογειακή μητρόπολη.
επιτρέποντας τη δημιουργία ενός μικροκλίματος που παντρεύει τη θαλάσσια αύρα με την πυκνή φύτευση. Θα υπέθετε κανείς ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για το The Ellinikon Park θα ήταν το μέγεθός του. Ομως θα έκανε λάθος, αφού το πιο νευραλγικό σημείο είναι η ίδια η φιλοσοφία του.
Η αρχιτεκτονική του αδύνατου Γίνεται ένα πάρκο να έχει ορίζοντα ζωής χιλιετίας; Γίνεται.
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΤΕΧΝΩΝ ΚΗΠΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ ΕΧΕΙ ΔΩΣΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ MEGA - PERKS - ΤΕΡΑΣΤΙΩΝ & ΑΝΘΕΚΤΙΚΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΛΥΣΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, το τοπίο μετατράπηκε σε ένα πολεοδομικό φάντασμα. Στο μεσοδιάστημα, εκατοντάδες ιδέες – άλλες ενδιαφέρουσες, κάποιες αδιάφορες και άλλες ουτοπικές – έπεσαν στο τραπέζι για την αξιοποίησή του: από την κατασκευή μιας υπερσύγχρονης πίστας αγώνων Formula 1, μέχρι τη δημιουργία ενός γιγάντιου θεματικού πάρκου στα πρότυπα της Disneyland. Παρά τις επιμέρους διαφωνίες και τις διαφορετικές θέσεις που διατυπώθηκαν, υπήρχε ένα κοινό σημείο, στο οποίο συνέκλιναν διαχρονικά όλες οι πλευρές: η αδήριτη αναγκαιότητα δημιουργίας ενός μεγάλου, δημόσια προσβάσιμου μητροπολιτικού πάρκου.
Στην ιστορία των μεγάλων σύγχρονων αναπλάσεων, η διαχείριση των κενών δημόσιων χώρων γίνεται τις περισσότερες φορές εκτός από στοίχημα και σπαζοκεφαλιά. Οταν ένας τόπος που κάποτε φιλοξενούσε βαριές βιομηχανικές ή συγκοινωνιακές υποδομές παραδίδεται στη σιωπή, η πόλη καλείται να αποφασίσει αν θα αφήσει την πληγή να κακοφορμίσει ή αν θα προσπαθήσει να την επουλώσει. Στην περίπτωση του πρώην Διεθνούς Αεροδρομίου της Αθήνας, αυτό που απέμεινε μετά την οριστική παύση της λειτουργίας του τον Μάρτιο του 2001 ήταν μια επίπεδη θάλασσα από φθαρμένη άσφαλτο και μπετόν. Ενα μνημειακών διαστάσεων αστικό κενό, το οποίο εξέπεμπε κύματα αφόρητης θερμότητας κάθε καλοκαίρι, υπενθυμίζοντας διαρκώς στους κατοίκους των νοτίων προαστίων το σκληρό, κλιματικό τίμημα της άναρχης αθηναϊκής αστικοποίησης.
Το ερώτημα που έθεσαν εξαρχής οι ερευνητές των LAMDA Labs – το εύλογο αλλά καθόλου αυτονόητο «πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;»
ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΠΑΡΚΟΥ;
Γι’ αυτό και είναι τόσο κρίσιμος και κομβικός ο ρόλος των LAMDA Labs, του ερευνητικού βραχίονα και think tank της LAMDA Development, που λειτουργούν ως ένα σύγχρονο αστικό παρατηρητήριο. Ο ρόλος τους δεν εξαντλείται στην απλή παρακολούθηση του έργου, αλλά επικεντρώνεται στην εις βάθος μελέτη των διεθνών πολεοδομικών τάσεων, της βιωσιμότητας και κυρίως των συνηθειών των πολιτών.
Το ερώτημα που έθεσαν εξαρχής οι ερευνητές των LAMDA Labs – το εύλογο αλλά καθόλου αυτονόητο «πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;» – συμπυκνώνει όλη την ουσία της φιλοσοφικής και τεχνικής προσέγγισης του έργου που υλοποιείται σήμερα. Η απάντηση βρίσκεται κατ’ αρχάς στην ίδια την ασύλληπτη κλίμακα του εγχειρήματος. Αν ρωτούσες έναν μέσο πολίτη πώς φτιάχνεται ένα πάρκο, η απάντηση θα ήταν αφοπλιστικά απλοϊκή: «Σπας το τσιμέντο, φέρνεις λίγο χώμα και φυτεύεις δέντρα». Ομως, ένα σύγχρονο mega-park, σχεδιασμένο να απαντήσει στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και του σημερινού τρόπου ζωής, δεν «φυτεύεται» απλώς. Προγραμματίζεται, σχεδιάζεται και κωδικοποιείται κυριολεκτικά από το μηδέν.
ΑΛΛΑ ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ,
ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ ΔΕΝ ΨΕΥΔΟΝΤΑΙ ΠΟΤΕ.
Το Μητροπολιτικό Πάρκο στο Ελληνικό θα έχει έκταση
2.000 στρέμματα.
Μαζί με τους κοινόχρηστους πράσινους χώρους της ευρύτερης ανάπτυξης, η συνολική του έκταση θα αγγίξει τα
2.600 στρέμματα.
Η σύγκριση με τους υφιστάμενους, ιστορικούς πνεύμονες της Αθήνας είναι συντριπτική και αποκαλυπτική της κλίμακας:
277 στρέμματα.
το Πεδίον του Αρεως καταλαμβάνει
285 στρέμματα.
ο Εθνικός Κήπος μαζί με το Ζάππειο καλύπτουν
407 στρέμματα.
ολόκληρος ο λόφος του Λυκαβηττού φθάνει τα
700 στρέμματα.
ο λόφος του Φιλοπάππου τα
210 στρέμματα.
στρέμματα και το Πάρκο στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ) εκτείνεται σε
Η αρετή της επανάχρησης των υλικών. Η πορεία μέχρι την έναρξη των εργασιών υπήρξε ένας γραφειοκρατικός και σχεδιαστικός μαραθώνιος – κατά άλλους Γολγοθάς.
Χρειάστηκαν περίπου δέκα χρόνια, από την έναρξη της διαδικασίας το 2011, έως το 2021, για να ολοκληρωθεί η παραχώρηση της έκτασης και να περάσει η «Ελληνικό Μ.Α.Ε.» στα χέρια της LAMDA Development. Το αρχικό master plan εκπονήθηκε από το διάσημο βρετανικό γραφείο Foster + Partners, όμως ο εξειδικευμένος σχεδιασμός του πάρκου ανατέθηκε στο αμερικανικό αρχιτεκτονικό γραφείο Sasaki, σε στενή συνεργασία με το ελληνικό αρχιτεκτονικό γραφείο doxiadis+.
Οταν οι πρώτες μπουλντόζες μπήκαν στο αποκαλούμενο Εργοτάξιο Μηδέν, το πρώτο κολοσσιαίο εμπόδιο δεν ήταν η επιλογή των φυτών που θα αντικαθιστούσαν το τσιμέντο, αλλά το ίδιο το έδαφος.
Πώς διαχειρίζεσαι εκατομμύρια κυβικά μέτρα σκυροδέματος σε έναν χώρο που για δεκαετίες φιλοξενούσε βαριά οχήματα; Οι εκπλήξεις στο πεδίο υπήρξαν ευτυχώς θετικές. Οι μηχανικοί διαπίστωσαν ότι το τσιμέντο των διαδρόμων προσγείωσης/απογείωσης δεν ήταν οπλισμένο, γεγονός που επέτρεπε τον σχετικά εύκολο θρυμματισμό του. Μάλιστα, αντί τα υλικά να απομακρυνθούν με χιλιάδες φορτηγά, εφαρμόστηκε ένα από τα μεγαλύτερα μοντέλα κυκλικής οικονομίας.
Το τσιμέντο θρυμματίστηκε επί τόπου και πλέον επαναχρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για τις κατασκευές: αποτελεί τη βάση για τα νέα μονοπάτια περιπάτου, χρησιμοποιείται για την κατασκευή ανθεκτικών παγκακιών, ενώ θα συνθέσει ακόμη και τον μεγάλο τεχνητό καταρράκτη που θα δεσπόζει στην Ολυμπιακή Πλατεία. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μια ιστορικής κλίμακας επιχείρηση απορρύπανσης.
Η LAMDA Development εφάρμοσε ένα εκτεταμένο, πρωτοποριακό σύστημα εξυγίανσης, το οποίο δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ ξανά στο παρελθόν στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, εξυγιάνθηκαν περισσότεροι από 60.000 τόνοι ρυπασμένων εδαφών, όγκος που ισοδυναμεί με 14 ολυμπιακές πισίνες. Επιπλέον, καθαρίστηκαν σε βάθος 65.000 κυβικά μέτρα υπογείων υδάτων. Από τα σπλάχνα της γης ξηλώθηκαν και απομακρύνθηκαν οριστικά 31 υπέργειες και υπόγειες δεξαμενές καυσίμων, υπόγειοι αγωγοί καυσίμων συνολικού μήκους 5,5 χιλιομέτρων, καθώς και 250 τόνοι επικίνδυνων αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων υλικών αμιάντου.
Η μνήμη της
φύσης
Πριν καν φυτευτεί το πρώτο νέο δέντρο, οι επιστήμονες σάρωσαν την έκταση, ανακαλύπτοντας ότι στον ευρύτερο χώρο επιβίωναν ήδη περίπου 3.000 μεγάλα δέντρα. Πολλά από αυτά διατηρήθηκαν ακριβώς στη θέση τους, ενώ εκατοντάδες μεγάλες ελιές μεταφέρθηκαν προσεκτικά σε ένα ειδικό φυτώριο στη Φθιώτιδα, όπου συντηρούνται μέχρι την οριστική μεταφύτευσή τους. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση ήταν η επιλογή της χλωρίδας. Η ομάδα της Sasaki αποφάσισε να μην ακολουθήσει την πεπατημένη τού λίγο-πολύ κλασικού σχεδιασμού με τις απέραντες, καταπράσινες εκτάσεις γκαζόν. Με δεδομένο ότι το γκαζόν απαιτεί τεράστιες, μη βιώσιμες ποσότητες νερού, περιορίστηκε δραστικά και θα εμφανίζεται μόνο σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, όπως στο μεγάλο ξέφωτο μπροστά στο εμβληματικό κτίριο Σάαρινεν.
Ομοίως, η βοτανική ταυτότητα του The Ellinikon Park σχεδιάστηκε για να είναι αυθεντικά μεσογειακή, περιλαμβάνοντας 51 διαφορετικά, αποκλειστικά ενδημικά είδη. Μόνο στην πρώτη φάση ανάπτυξης πρόκειται να φυτευτούν 16.520 νέα δέντρα, ενώ όταν το πάρκο ολοκληρωθεί πλήρως, ο αριθμός θα αγγίξει τα 32.000 δέντρα. Η κλίμακα της φύτευσης είναι εντυπωσιακή: συνολικά 3,3 εκατομμύρια φυτά θα ριζώσουν στην περιοχή, ανάμεσά τους περίπου 2.650.000 αρωματικοί θάμνοι. Πεύκα, βελανιδιές, ελιές, χαρουπιές, κουτσουπιές, πλατάνια, λεμονιές, αμυγδαλιές, πορτοκαλιές και «ελληνοποιημένες» τζακαράντες επιλέχθηκαν σχολαστικά. Οι αρχιτέκτονες τοπίου τοποθέτησαν σε επιλεγμένες γωνιές βασιλικό και λεβάντα, ενθαρρύνοντας τους επισκέπτες να τα μυρίσουν. Το κυριότερο χαρακτηριστικό αυτής της επιλογής είναι η κλιματική ανθεκτικότητα: περίπου το 70% αυτής της χλωρίδας έχει επιλεγεί ώστε να επιβιώνει σχεδόν χωρίς καθόλου τεχνητό πότισμα.
Το ακόμα πιο συγκλονιστικό στοιχείο αυτού του σχεδιασμού είναι η φιλοδοξία του χρόνου. Μέσα στην αναλυτική παρουσίαση της Sasaki, αναφέρεται ότι το Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού σχεδιάζεται για να εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί για τα επόμενα 1.000 χρόνια. «Με ποιον τρόπο;», θα αναρωτηθεί κανείς. Το σχέδιο ενσωματώνει ακόμα και το ακραίο σενάριο μιας μελλοντικής κρίσης, κατά την οποία η συντήρηση θα είναι αδύνατη. Το πάρκο, λοιπόν, σχεδιάζεται έτσι ώστε, σε μια τέτοια δυσοίωνη συγκυρία, να μην ξεραθεί, αλλά να ανακάμψει και να επανέλθει στην πρότερη κατάστασή του, παραμένοντας ο αιώνιος πράσινος φρουρός του αττικού τοπίου.
Πριν καν φυτευτεί το πρώτο νέο δέντρο στο Ellinikon Park, οι επιστήμονες σάρωσαν την έκταση, ανακαλύπτοντας ότι στον ευρύτερο χώρο επιβίωναν ήδη περίπου 3.000 μεγάλα δέντρα.
Πολλά από αυτά διατηρήθηκαν ακριβώς στη θέση τους, ενώ εκατοντάδες μεγάλες ελιές μεταφέρθηκαν προσεκτικά σε ειδικό φυτώριο, όπου συντηρούνται μέχρι την οριστική μεταφύτευσή τους
ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ ΠΩΣ ΤΑ MEGA-PARKS ΕΞΕΛΙΣΣΟΝΤΑΙ ΣΕ ΣΗΜΕΙΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΕΥ ΖΗΝ.
Στην πολεοδομική θεώρηση του σήμερα, η έννοια του αστικού πάρκου έχει αποκοπεί οριστικά από το κλασικό, ρομαντικό πρότυπο του 19ου αιώνα. Σε εκείνη την εποχή, ο δημόσιος χώρος λειτουργούσε συχνά ως ένα στατικό, ελιτίστικο διακοσμητικό στοιχείο της πόλης, φτιαγμένο για λίγους και προορισμένο κυρίως για ανιαρούς κυριακάτικους περιπάτους. Σήμερα, στην αφόρητα πιεστική καθημερινότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών μητροπόλεων, η επίσκεψη στο πάρκο έχει μετατραπεί σε μια καθημερινή, ζωτική και επιτακτική ανάγκη ψυχικής και σωματικής αποφόρτισης και ισορροπίας.
Η έννοια του wellness δεν αφορά μόνο τα ακριβά, κλειστά κέντρα ευεξίας ή τις πολυτελείς αποδράσεις, αλλά διεκδικεί δυναμικά την παρουσία της στην καθημερινότητα και στον δημόσιο χώρο. Το The Ellinikon Park σχεδιάζεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη γενναία μετατόπιση. Προσεγγίζει το τοπίο κυρίως συμπεριφορικά, απαντώντας στο κρίσιμο ερώτημα του πώς πραγματικά θέλουν οι πολίτες να βιώνουν την πόλη τους.
Ενα εν εξελίξει αστικό πείραμα Η πρώτη, απτή γεύση αυτής της νέας αντίληψης έχει ήδη δοθεί στο κοινό. Κοντά στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του ιστορικού σήματος της Ολυμπιακής, άνοιξε τις πύλες του το 2021 το The Ellinikon Experience Park. Παρότι η συγκεκριμένη εγκατάσταση εκτείνεται σε μια περιορισμένη επιφάνεια 75 στρεμμάτων, το πάρκο αυτό λειτούργησε ως ένα δυναμικό πειραματικό εργαστήριο.
Οι κατασκευαστές το χρησιμοποίησαν για να δοκιμάσουν την αντοχή των φυσικών υλικών και τον τρόπο με τον οποίο τα παλιά στοιχεία του αεροδρομίου μπορούν να ενσωματωθούν αρμονικά στο σύγχρονο design. Από την πρώτη ημέρα της λειτουργίας του, το Experience Park έχει υποδεχθεί περίπου 3 εκατομμύρια επισκέπτες. Εντός του χώρου, οι πολίτες ανακάλυψαν σιντριβάνια, μια πρότυπη παιδική χαρά με ξύλινα παιχνίδια, χώρους για υπαίθριες εκδηλώσεις, καθώς και τον κήπο ηρεμίας («zen garden»).